Η αλληλεπίδραση των κοινωνικών δυναμικών, διατροφής του ανθρώπου και υγείας στον 20ο αιώνα

Η Βιομηχανοποίηση της Κοινωνίας και οι επιδράσεις της στη Διατροφή

μέρος 2ο

διατροφηΗ αυγή του 20ου αιώνα έγινε μάρτυρας γεγονότων μοναδικών και μνημειωδών όσον αφορά την αλλαγή στη νοοτροπία των ανθρώπων απέναντι στο σώμα τους, την υγεία και την ασθένεια. Οι διάφοροι πολιτισμοί ανά τον κόσμο είχαν έρθει σε επαφή μεταξύ τους επηρεάζοντας τον τρόπο που οι άνθρωποι έβλεπαν τον εαυτό τους και τους άλλους. Οι Mennel et al (1992) αναφέρουν πως μέχρι το 1900 βιομηχανικές ανακαλύψεις όπως παστερίωση, κονσερβοποίηση και αργότερα η ψύξη, έδωσαν τη δυνατότητα σε ναυτικούς, στρατιώτες και εποίκους να επιβιώσουν στα μακρινά ταξίδια. Τα τρόφιμα από την πατρίδα που εξάγονταν στις αποικίες ήταν το έναυσμα για αποικιακό επεκτατισμό μαζί με νέες ευκολίες μεταφοράς και πηγές ενέργειας. Τα ίδια τρόφιμα ήταν επίσης διαθέσιμα σε ένα ευρύτερο κοινό σε τροπικές περιοχές. Ο ιθαγενής πληθυσμός που μετακινήθηκε σε Ευρωπαϊκές αποικιακές πρωτεύουσες έφερε μαζί του την κουλτούρα του, εγχώριες τροφές και διατροφικές συνήθειες. Οι κοινωνίες ομαδοποιήθηκαν σε λιγότερες αλλά μεγαλύτερες κοινότητες ή έθνη τα οποία συνεχώς αλληλεπιδρούν και επηρεάζουν το ένα το άλλο και το περιβάλλον με τρόπους που δεν ήταν εφικτοί μέχρι τώρα.

Οι Lenski et al (1991) αναφέρουν πως οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές, εκτός αν τις δούμε ως μέρος του παγκόσμιου οικοσυστήματος. Επιπλέον αναφέρουν πως ενώ 10.000 χρόνια πριν η μέση κοινωνία είχε μόνο 25 με 30 μέλη και υπήρχαν 100.000 με 300.000 τέτοιες κοινωνίες, στον 20ο αιώνα υπάρχουν λιγότερες από 200 κοινωνίες με μέσο πληθυσμό 25 με 30 εκατομμύρια, αλλάζοντας δραστικά τα κοινωνικά δυναμικά. Η επιστήμη και η τεχνολογία ώθησαν τα όρια της γνώσης πέρα από κάθε βίωμα  ως  τότε.  Η  πρόοδος στη φυσική, χημεία, βιολογία και φυσιολογία επηρέασαν βαθιά τη βιομηχανική καινοτομία και εφαρμογή, παραγωγή, επεξεργασία, διανομή και διαθεσιμότητα των τροφίμων. Τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα χρειάζονταν μεγάλο αριθμό εργατικού δυναμικού το οποίο επίσης χρειαζόταν τεράστιες ποσότητες τροφίμων σε ανταγωνιστικές τιμές για να τραφεί. Έτσι, η τροφή έγινε ένα βασικό στοιχείο κόστους στην νέα οικονομία, το οποίο προωθούσε και υποστήριζε όλες τις υπόλοιπες οικονομικές ασχολίες και τη δημιουργία των αγαθών που ανέφερε ο Smith. Για να εδραιώσει μια κοινωνία τη θέση της στη νέα παγκόσμια τάξη έπρεπε να διασφαλίσει τα θεμέλια της παραγωγής τροφής. Ο Lewin (1975) αναφέρει πως μία από τις πρώτες έγνοιες του νεοσύστατου σοβιετικού καθεστώτος στη Ρωσία μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917 ήταν η συλλογική οργάνωση της γεωργίας και ο έλεγχος της παραγωγής τροφής από το κράτος. Αυτό παρ’ όλα ταύτα οδήγησε σε καταστροφικούς λιμούς στις δεκαετίες 1920 και 1930.

Η αύξηση του πληθυσμού και περιβαλλοντικοί παράγοντες άλλαξαν τη στάση απέναντι στην παραγωγή και διανομή της τροφής ακόμα περισσότερο. Ο Dyson (1996) αναφέρει πως ο παγκόσμιος πληθυσμός διπλασιάστηκε μεταξύ του 1800 και 1930 από 1 σε 2 δισεκατομμύρια. Ενώ αυτό χρειάστηκε 130 χρόνια να συμβεί, το επόμενο δισεκατομμύριο προστέθηκε σε 30 χρόνια μόλις στον 20ο αιώνα. Σαν αποτέλεσμα οι ταχύτατα αναπτυσσόμενες πόλεις ανάλωναν εύφορες αγροτικές εκτάσεις, ενώ οι συνεχώς μειούμενες καλλιεργήσιμες εκτάσεις ήταν πολύ φτωχής ποιότητας. Οι αυξανόμενες απαιτήσεις για απόδοση της καλλιεργήσιμης γης που είχε απομείνει οδήγησε σε διάβρωση του εδάφους και χαμηλότερη ποιότητα των τροφών που παράγονταν εκεί. Επίσης προώθησε εισοδηματικές σοδειές (cash crops) και εντατική καλλιέργεια ώστε να ενισχύσουν την εθνική οικονομία, ειδικά στις αγροτικές κοινωνίες του τρίτου κόσμου.

Οι Bouis και Haddad (1990) εντόπισαν αυτό το σημείο και ανέφεραν πως η εμπορική βιομηχανοποίηση της γεωργίας και η παραγωγή γεωργικών αγαθών κυρίως για εξαγωγή έχει συχνά κατηγορηθεί ως αιτία υποσιτισμού. Μεγάλες εταιρίες άρχισαν να κυριαρχούν στην παραγωγή και διακίνηση τροφίμων. Ο Murcott (1983) αναφέρει την Unilever ως παράδειγμα εταιρίας με οριζόντιες και κάθετες δραστηριότητες ελέγχοντας φυτείες, ελαιοτριβεία, σφαγεία, πλοία – εργοστάσια και παραγωγή τόσο διαφορετικών προϊόντων όπως μαργαρίνες μέχρι αποσμητικά, φυτικά και ζωικά λίπη μέχρι έλαια.

Η τροφή έγινε αγαθό εμπορεύσιμο στις παγκόσμιες χρηματιστηριακές συναλλαγές και το άτομο έχασε τον έλεγχο της παραγωγής και της διαθεσιμότητάς της. Ήταν πλέον θέμα που ζούσε κανείς καθώς και θέμα της οικονομίας. Ο Manning (1977) αναφέρει πως οι λιμοί είναι συνήθως προβλέψιμοι και μπορούν να ελεγχθούν, αλλά είναι άλλοι οι λόγοι που οδηγούν τους ανθρώπους στην πείνα. Συνήθως υπάρχει αρκετή τροφή στη χώρα αλλά η μεταφορά και διακίνηση μεταξύ κοινωνικο-οικονομικών τάξεων και διαφορετικών περιοχών είναι άνιση. Οι τιμές των τροφίμων μπορεί να εκτοξευθούν στα ύψη και οι άνθρωποι του τρίτου κόσμου να λιμοκτονούν εξαιτίας έλλειψης χρημάτων και όχι λόγω έλλειψης τροφής. Επίσης, οι λιμοί είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένοι με ασθένειες. Από υπολογισμούς των Ηνωμένων Εθνών φαίνεται πως το 1990 σχεδόν 786 εκατομμύρια άνθρωποι, το 15 % του παγκόσμιου πληθυσμού, υποσιτίζονταν και τα 2/3 αυτών ζούσαν στην Ασία (Dyson 1996).

Οι επιστημονικές ανακαλύψεις όμως, λάμβαναν χώρα και στο πεδίο της διατροφής η οποία από το 1930 άρχισε να αναπτύσσεται ως επιστήμη που εξέταζε την ποιότητα και τα συστατικά των τροφίμων. Ο Yadkin, ο πρώτος καθηγητής διατροφολογίας στο Queen Elizabeth’s College το 1954, δήλωσε ότι «υπάρχουν τόσα πολλά που είναι άγνωστα στην επιστήμη της διατροφολογίας … πρέπει να την προσεγγίσουμε με ανοιχτό και ερευνητικό μυαλό». Η ανάπτυξη της διατροφολογίας άρχισε να επικεντρώνει την προσοχή της επιστημονικής κοινότητας και των επαγγελματιών της υγείας όχι μόνο στην διαθεσιμότητα της τροφής, αλλά και στην θρεπτική της αξία. Η ποιότητα και όχι η ποσότητα άρχισε να εμφανίζεται ως η πρωτεύουσα ανάγκη για διατήρηση της υγείας και αποφυγή του υποσιτισμού (Murcott 1998).

Συνεχίζεται στο επόμενο από το Γιώργο Μηνούδη «Η Κουλτούρα του Σώματος, Κοινωνική Οργάνωση και Επιλογές Τροφών».

-του Γεώργιου Μηνούδη

Κλινικού Διατροφολόγου DipION , MSc BCMA British Association of Nutritional Therapists 

Σχολιάστε το άρθρο