Η Άσκηση ως Μέσο Πρόληψης Καρδιαγγειακών Παθήσεων

Τις τελευταίες δεκαετίες πληθώρα ερευνητικών εργασιών έχει αναδείξει και επιβεβαιώσει την καθοριστική συμβολή που έχει η συστηματική άσκηση στην προάσπιση της υγείας ενός ατόμου. Ως επιστέγασμα των αδιάσειστων επιστημονικών στοιχείων όλοι οι οργανισμοί που ασχολούνται με την υγεία έχουν αναγνωρίσει την έλλειψη άσκησης (ή υποκινητικότητα) ως σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εκδήλωση χρόνιων ασθενειών. Το έτος 1989 η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και η Διεθνής Εταιρεία για την Υπέρταση αναγνώρισαν για πρώτη φορά την άσκηση ως ένα αποτελεσματικό, μη φαρμακευτικό μέσο για την καταπολέμηση της αυξημένης αρτηριακής πίεσης, ενώ λίγο αργότερα, το 1992 η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία αναγνώρισε την έλλειψη άσκησης ως έναν ανεξάρτητο προδιαθεσικό παράγοντα για εκδήλωση στεφανιαίας νόσου.

Πρόληψη ΚαρδιαγγειακώνΩστόσο, οι πρώτες σαφείς επιστημονικές αποδείξεις ότι η αυξημένη φυσική δραστηριότητα στην εργασία (occupational activity) και κατά τον ελεύθερο χρόνο (leisure-time physical activity) σχετίζεται με μειωμένο καρδιαγγειακό κίνδυνο υπήρξαν αρκετές δεκαετίες νωρίτερα. Ο Morris και οι συνεργάτες πριν από πενήντα χρόνια διαπίστωσαν σημαντικά μικρότερη συχνότητα καρδιακών επεισοδίων και θανάτων στους εισπράκτορες των λεωφορείων σε σχέση με τους οδηγούς καθώς και στους ταχυδρόμους σε σύγκριση με τους υπαλλήλους γραφείου των ταχυδρομείων. Δεδομένα από τη μελέτη Framingham έδειξαν επίσης μικρότερη στεφανιαία θνησιμότητα κατά 25-33% σε αποφοίτους, οι οποίοι δαπανούσαν, εκτελώντας φυσικές δραστηριότητες, περισσότερες από 2000 kcal την εβδομάδα συγκρινόμενοι με αυτούς που ακολουθούσαν έναν καθιστικό τρόπο ζωής.

Στην κλασική μελέτη του Blair και συνεργατών όπου μελετήθηκε η μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας ως συνέπεια της εξάλειψης των βασικών παραγόντων κινδύνου, φάνηκε ξεκάθαρα η ιδιαίτερη αξία της άσκησης. Βρέθηκε ότι η μείωση των επιπέδων χοληστερόλης συντελεί στη μείωση της θνησιμότητας κατά 43%, η συστηματική συμμετοχή σε προγράμματα άσκησης κατά 35%, η εξάλειψη της υπέρτασης κατά 25%, ενώ η διακοπή του καπνίσματος, η μείωση της παχυσαρκίας και του σακχαρώδους διαβήτη επιφέρουν μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 22%, 18% και 10% αντίστοιχα. Φαίνεται δηλαδή, με βάση τα παραπάνω στοιχεία, το μεγάλο όφελος που αποκομίζει κανείς υιοθετώντας έναν ενεργητικό τρόπο ζωής.

Η θετική επίδραση της άσκησης έχει βρεθεί ότι δεν αφορά μόνο τους άνδρες αλλά και τις γυναίκες. Στη Νurses Health Study, όπου συμμετείχαν 72.488 γυναίκες, ηλικίας 40-65 ετών, διαπιστώθηκε αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ του επιπέδου φυσικής δραστηριότητας και του κινδύνου για εμφάνιση στεφανιαίας νόσου. Συγκεκριμένα, η μείωση του σχετικού κινδύνου για το υψηλότερο επίπεδο φυσικής δραστηριότητας ως το χαμηλότερο ήταν 34%, 26%,19% και 12% σε σχέση με τις γυναίκες που διήγαγαν καθιστική ζωή. Σε άλλη μελέτη (Iowa study) οι γυναίκες, οι οποίες συμμετείχαν σε ήπιας έντασης φυσικές δραστηριότητες περισσότερες από 4 φορές την εβδομάδα παρουσίασαν μειωμένη καρδιαγγειακή θνητότητα κατά 47% σε σχέση με εκείνες που έκαναν καθιστική ζωή.

Συχνά υπάρχει το ερώτημα κατά πόσο κάποιος που έχει δύο, τρεις ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου μπορεί να συμμετάσχει σε προγράμματα άσκησης προσδοκώντας σημαντικά οφέλη για την υγεία του. Η γενική αρχή ότι όσο αυξάνει το επίπεδο φυσικής κατάστασης τόσο μειώνεται και ο σχετικός καρδιαγγειακός κίνδυνος έχει εφαρμογή ακόμη και σε άτομα υψηλού κινδύνου. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία μιας εργασίας βάσει της οποίας άτομα που παρουσιάζουν τρεις παράγοντες κίνδυνο, αλλά είναι σε καλό επίπεδο φυσικής κατάστασης, εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά θανάτου λόγω καρδιαγγειακών παθήσεων συγκρινόμενα με άτομα, τα οποία παρόλο που δεν είχαν κανένα παράγοντα κινδύνου, έκαναν καθιστική ζωή. Σε άλλη εργασία βρέθηκε ότι, μεταξύ ατόμων που είχαν την ίδια γενετική προδιάθεση, αυτοί οι οποίοι ασκούνταν με δραστηριότητες έντασης >7 ΜΕΤs την εβδομάδα παρουσίαζαν μικρότερη πιθανότητα εκδήλωσης στεφανιαίας νόσου κατά 38% σε σχέση με αυτούς, οι οποίοι διήγαγαν καθιστική ζωή. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στη Φινλανδία, σε 8.205 γνησιοδιδύμους, ηλικίας 25-69 ετών και το διάστημα παρακολούθησης ήταν 18 χρόνια.

Τα στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως αφορούσαν την θετική επίδραση της αερόβιας άσκησης αναφορικά με τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου, ενώ τελευταία ερευνάται και η σχέση που υπάρχει μεταξύ άλλων παραμέτρων της φυσικής κατάστασης (όπως για παράδειγμα η μυϊκή δύναμη και αντοχή) και της θνησιμότητας. Σε πρόσφατη εργασία βρέθηκε, για πρώτη φορά, ότι η άσκηση με βάρη διάρκειας μεγαλύτερης από μισή ώρα την εβδομάδα είχε ως συνέπεια τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης στεφανιαίας νόσου κατά 35%, ενώ η θετική επίδραση παρέμενε ακόμη και όταν ελήφθησαν υπόψη και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την εκδήλωση ΣΝ όπως το κάπνισμα, το οικογενειακό ιστορικό κ.α.

Οι μηχανισμοί μέσω των οποίων η άσκηση ασκεί τη θετική της δράση έχουν κατά ένα μεγάλο μέρος εξακριβωθεί. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι η άσκηση επιφέρει σημαντικές προσαρμογές στο καρδιαγγειακό, νευροορμονικό και μυϊκό σύστημα, στο μηχανισμό πήξης και ινωδόλυσης, μειώνει τη νοσηρότητα και θνητότητα, βοηθά στην υποστροφή της αθηρωμάτωσης και προάγει την ενδοθηλιακή λειτουργία. Επιπλέον, ασκεί σημαντική έμμεση επίδραση στους περισσότερους παράγοντες κινδύνου, ενώ βελτιώνει σημαντικά και τη ψυχική διάθεση. Οι παραπάνω χρόνιες προσαρμογές προκύπτουν από την μεθοδευμένη και τακτική άσκηση και απαιτούν πολλούς μήνες ή και χρόνια προκειμένου να εμφανιστούν. Ωστόσο, ιδιαίτερα σημαντικές είναι και οι άμεσες μεταβολές που προκαλεί η άσκηση σε πλήθος μεταβολικών παραγόντων και οι οποίες παραμένουν για αρκετές ώρες ή/και ημέρες μετά τη λήξη της. Έχει βρεθεί ότι τα επίπεδα τριγλυκεριδίων παραμένουν μειωμένα ως και 72 ώρες μετά τη λήξη της άσκησης, η αρτηριακή πίεση ως και 12 ώρες μετά, ενώ τα επίπεδα της HDL-χοληστερόλης βρίσκονται αυξημένα ως και 24 ώρες μετά τη λήξη μιας συνεδρίας άσκησης.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι η θετική επίδραση της άσκησης αφορά τόσο νεαρά άτομα όσο και ηλικιωμένους, τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες, τόσο υγιή άτομα χωρίς εκδήλωση ασθενειών όσο και άτομα με εκδήλωση κάποιας χρόνιας πάθησης (π.χ. ΣΝ, διαβήτης, κ.α.). Η μεγάλη πρόκληση ωστόσο είναι να μπορέσουμε να πείσουμε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, ανεξαρτήτου ηλικίας να ενστερνιστούν έναν ενεργητικό τρόπο ζωής και να ξεκινήσουν προγράμματα άσκησης προκειμένου να βελτιώσουν τη φυσική τους κατάσταση, την υγεία και την ποιότητα ζωής τους.

-Κων/νος Βόλακλης, Ph.D. Κλινικός Εργοφυσιολόγος, Ειδικό Εργαστηριακό & Διδακτικό Προσωπικό, Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής & Αθλητισμού, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης