Μπορεί ο πλανήτης να παράγει αρκετά τρόφιμα

για να ικανοποιήσει τις παγκόσμιες ανάγκες;

2030

Η απάντηση είναι ναι, σύμφωνα με μια νέα έκθεση από τη διεθνή μονάδα μελετών προοπτικής FAO (FAO’s Global Perspective Studies Unit).

Μέχρι το 2030 ο παγκόσμιος πληθυσμός αναμένεται να έχει ξεπεράσει τα οκτώ δισεκατομμύρια. Η έκθεση «Γεωργία: Προς το 2015-30» αφορά τις προβλέψεις στις τάσεις των τροφίμων, τη διατροφή και τη γεωργία κατά τη διάρκεια των επόμενων 30 ετών. Η έκθεση αποδεικνύει ότι έχει γίνει αξιοσημείωτη πρόοδος τις τελευταίες τρεις δεκαετίες στο ζήτημα σίτιση του κόσμου. Καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε πάνω από 70%, η κατά κεφαλήν κατανάλωση τροφίμων είναι επίσης 20% περισσότερη. Στις αναπτυσσόμενες χώρες παρά τον διπλασιασμό του πληθυσμού, το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε μια χρόνια κατάσταση υποσιτισμού κόπηκε στο μισό, πέφτοντας στο 18% από το 1995 ως το 1997. Ο FAO προσδοκά ότι αυτή η πρόοδος θα συνεχιστεί. Εντούτοις, ο αριθμός πείνας θα παραμένει επίμονα υψηλός. Το 2015 θα υπάρχουν ακόμα 580 εκατομμύρια άνθρωποι που θα πάσχουν από χρόνιο υποσιτισμό.

2030Τα δημητριακά θα παραμείνουν τα σημαντικότερα τρόφιμα από την άποψη των θερμίδων. Η παγκόσμια ζήτηση και παραγωγή δημητριακών προβλέπεται να αυξηθεί περίπου 1 δισεκατομμύριο τόνους . Σήμερα είναι περίπου 1,84 δισεκατομμύρια τόνους και αναμένεται να γίνουν 2,8 δισεκατομμύρια το 2030. Στο τομέα των ζωοτροφών αναμένεται η ζήτηση να αυξηθεί 44% και θα είναι «το δυναμικότερο στοιχείο στον τομέα των παγκόσμιων δημητριακών», σύμφωνα με την έκθεση. Οι αναπτυσσόμενες χώρες θα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τις εισαγωγές των δημητριακών, οι οποίες αναμένονται να ανέλθουν από 107 εκατομμύρια τόνους το 1995-97 σε 270 εκατομμύρια το 2030. Παραδοσιακοί εξαγωγείς όπως η Βόρεια Αμερική, η δυτική Ευρώπη και η Αυστραλία θα αναγκαστούν να αυξήσουν τις εξαγωγές τους από 142 εκατομμύρια τόνους που ήταν το 1995-97 σε 280 εκατομμύρια τόνους μέχρι το 2030 για να αντιμετωπίσουν την ζήτηση. Τα τέσσερα πέμπτα αυτής της αύξησης θα επιτευχθούν με την ενίσχυση της παραγωγής, πολλαπλασιασμό της καλλιέργειας και μικρότερες χρονικές περιόδους  αγραναπαύσεων.  Επίσης με επέκταση καλλιεργήσιμου εδάφους,  πιθανότερα στη Νότια Αμερική και νότια της Σαχάρας στην Αφρική.

Το κρέας. Δεδομένου ότι η αστικοποίηση αναπτύσσεται και τα εισοδήματα αυξάνονται, η παγκόσμια οικονομία τροφίμων απαιτεί όλο και περισσότερο να τροφοδοτείται με προϊόντα ζωικού κεφαλαίου. Τα τελευταία 20 έτη έχουμε βιώσει τη θεαματική αύξηση της ζήτησης κρέατος στις αναπτυσσόμενες χώρες που κυμαίνεται σε ένα ετήσιο ποσοστό 5,5%. Ο τομέας των πουλερικών έχει δει σημαντικά κέρδη, με το μερίδιο στην παραγωγή αυξημένο κατά 28% κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών. Δεδομένου ότι η συνεχώς αναπτυσσόμενη παγκόσμια ζήτηση για κρέας μεγαλώνει, προγράμματα του FAO ήδη προετοιμάζονται, διότι η έντονη παραγωγή ζωικού κεφαλαίου θα μπορούσε να έχει αντίθετες περιβαλλοντικές επιπτώσεις με αύξηση της ρύπανσης του εδάφους, του ύδατος και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Τα ψάρια. Η κατά μέσο όρο παγκόσμια κατανάλωση ψαριών ανά άτομο αναμένεται να αυξηθεί από16 κιλάετησίως το 1997 σε 19-20 κιλάμέχρι το 2030, αυξάνοντας τη συνολική χρήση των ψαριών ως τρόφιμα σε 150-160 εκατομμύρια τόνους. Η ετήσια βιώσιμη παραγωγή αλιείας υπολογίζεται σε λιγότερο από 100 εκατομμύρια τόνους. “Οι ανάγκες της αυξημένης ζήτησης θα καλυφθούν από ιχθυοκαλλιέργειες,” αναφέρει η έκθεση.